Menu Close

No means no: η σεξουαλική συγκατάθεση δεν είναι γκρίζα ζώνη

Το σεξ, για την επιστήμη της ανάλυσης συμπεριφοράς, είναι ακόμα μία μορφή δράσης στην οποία επιδίδονται οι βιολογικοί οργανισμοί: εργαζόμαστε, τρέχουμε, κλαίμε ή γελάμε, φωνάζουμε ή σιωπούμε, κάνουμε ή δεν κάνουμε σεξ. Για αυτό το λόγο, η σεξουαλική συμπεριφορά υπόκειται στις ίδιες αρχές και ερμηνεύεται με αντίστοιχους τρόπους, όπως όλες οι υπόλοιπες μορφές δράσεων του ρεπερτορίου μας.

Η συχνή, παραδοσιακή αναφορά στη σεξουαλική συμπεριφορά ως “γενετήσιο ένστικτο” οδήγησε στη συσχέτιση του με ορμέμφυτα, ζωώδη ή ανεξέλεγκτα κίνητρα. Η συνθήκη αυτή, διευκόλυνε την κοινή συναίνεση στην παροχή της γνωστής δικαιολογίας: “Ήταν αδύνατο να κρατηθεί”. Εάν όμως αυτό ήταν αλήθεια και εάν ως άτομα περιοριζόμαστε τόσο από μια σειρά, κληροδοτημένων από τους προγόνους μας ενστίκτων (γενετήσιο ένστικτο, ένστικτο επιβίωσης, μητρικό/πατρικό ένστικτο), στο σημείο που να μην ελέγχουμε την ίδια μας τη συμπεριφορά, τότε πώς ερμηνεύονται οι περιπτώσεις όπου οι άνθρωποι δρουν εναντίον των καθοριστικών – ντετερμινιστικών ενστίκτων τους; Πώς ερμηνεύονται οι περιπτώσεις όπου οι άνθρωποι δρουν αντίθετα στο ένστικτο επιβίωσής τους και βάζουν τέλος στις ζωές τους, όπου γονείς εγκαταλείπουν, κακοποιούν ή δολοφονούν τα παιδιά τους ή άτομα σεξουαλικά εκστασιασμένα σταματούν και δέχονται τη διακοπή του σεξ;

Η απάντηση είναι πάντοτε οι ίδια: οι συνθήκες του περιβάλλοντος διαδραματίζουν τον τελικό ρόλο στην εμφάνιση ή μη της συμπεριφοράς.

1 στις 3 γυναίκες έχει υποστεί κάποια μορφή σεξιστικής βίας στη ζωή της, ενώ 1 στις 6 έχει βρεθεί θύμα βιασμού ή απόπειρας βιασμού

Όπως χρειάζεται απαραιτήτως να εντρυφήσουμε στις ιδιαίτερες σχέσεις συμπεριφοράς –  περιβάλλοντος που έφτασαν μια μητέρα στην κακομεταχείριση του παιδιού της ή να μελετήσουμε σε βάθος το εξατομικευμένο ιστορικό ενός ανθρώπου που οδηγήθηκε στην αυτοχειρία, έτσι θα πρέπει να εξετάσουμε σοβαρά ποιες συνθήκες της κοινωνικής πραγματικότητας διατηρούν σε τόσο υψηλά επίπεδα την παραβίαση της θέλησης των γυναικών και όχι να κρυβόμαστε πίσω από τη στρεβλή αιτιολόγηση ενός αλα καρτ ενστίκτου.

Γιατί η συζήτηση επικεντρώνεται τόσο γύρω από τη γυναικεία οπτική;

Πολύ απλά – γιατί εκεί μας οδηγούν οι αριθμοί. Ενώ κανείς δεν αρνείται ότι υπάρχουν και άνδρες που υφίστανται επιπτώσεις σεξιστικής βίας, το φαινόμενο παραβίασης της συγκατάθεσης (δηλαδή, της εκούσιας συμφωνίας με τις επιθυμίες ή τις προτάσεις ενός άλλου ατόμου) εξακολουθεί να απαντάται με αποκαρδιωτική συχνότητα στο γυναικείο πληθυσμό.

Συγκεκριμένα, επισημαίνεται πως 1 στις 3 γυναίκες έχει υποστεί κάποια μορφή σεξιστικής βίας στη ζωή της, 1 στις 6 έχει βρεθεί θύμα βιασμού ή απόπειρας βιασμού, το 82% των νεαρών θυμάτων σεξουαλικής βίας είναι κορίτσια και το 90% των ενήλικων θυμάτων βιασμού είναι γυναίκες (δείτε τα εδώ).

Πώς στο καλό γίνεται να μην εκμηδενίζεται το φαινόμενο παραβίασης της σεξουαλικής συναίνεσης;

Ξανά, η απάντηση είναι σχετικά απλή: η εν λόγω συμπεριφορά με κάποιο τρόπο ενισχύεται – δηλαδή, επιφέρει για αυτόν που την εκδηλώνει συγκεκριμένα επιθυμητά αποτελέσματα, χωρίς ιδιαίτερες ή συχνές αποτρεπτικές συνέπειες.

Θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε το παρόν φαινόμενο από αμέτρητες οπτικές γωνίες: θα μπορούσαμε να θίξουμε το θεμελιωμένο, επί δεκαετίες, ιστορικό των αντρών να μη λαμβάνουν καν υπόψη τη γυναίκα ως ισότιμη, την αμφιλεγόμενη ρευστότητα του “πράσινου φωτός” για σεξ, όταν πολλά από τα σήματα που κάνουν τον άλλον προσεγγίσιμο είναι μη λεκτικά ή εξω-λεκτικά, τις πολιτισμικές διαφορές στην κουλτούρα της σεξουαλικής συμπεριφοράς και τόσα άλλα. Για την ώρα όμως θα επικεντρωθούμε σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των σεξουαλικών δράσεων, ιδωμένα από τη σκοπιά της επιστήμης της συμπεριφοράς.

1. Το υποτιθέμενο «ασυμβίβαστο» μεταξύ του πόθου και της λογικής

Όπως ήδη αναφέραμε παραπάνω, η κοινή αντίληψη πως ο έντονος ανδρικός ερεθισμός είναι σχεδόν ασυμβίβαστος με τη συμμόρφωση στην άρνηση, κάτι που  διαιωνίστηκε από το βιολογικό στερεότυπο “υπακοής στη γενετήσια φύση”, δεν μπορεί επουδενί να μας καλύπτει ως αιτιολογία.

η αρχική συναίνεση για να ξεκινήσει η σεξουαλική πράξη δε μας στερεί το δικαίωμα να αποσύρουμε τη συγκατάθεσή μας στην πορεία, ούτε μας υποχρεώνει να συνεχίσουμε παρά τη θέλησή μας

Κι αυτό γιατί, όσο έντονες και εάν είναι οι συναισθηματικές μας αντιδράσεις, ο τρόπος που τελικά θα συμπεριφερθούμε ρυθμίζεται πάντοτε από το πλαίσιο: όσο και να πεινάμε δεν τρώμε εάν είμαστε σε αφοσιωμένη δίαιτα, όσο και εάν διψάμε, δεν καταναλώνουμε νερό εάν βρισκόμαστε σε απεργία δίψας, όσο και εάν θυμώνουμε, κρατάμε το στόμα μας κλειστό όταν απειλείται η θέση μας ή η δουλειά μας, άρα όποιο και εάν είναι το σημείο του ερεθισμού, ο σεβασμός στη συναίνεση (αν και μάλλον, δυσκολότερος) δεν είναι ανέφικτος.

Αντίθετα από τις συχνές αυτές προφάσεις, στην πραγματικότητα, η καθημερινή μας ζωή βρίθει τέτοιων περιστάσεων “σύγκρουσης”, στις οποίες συμβιβαζόμαστε με τις κοινωνικές επιταγές ενός Άλλου.

2. Το σεξ είναι αδύνατο να διακοπεί όταν έχουμε ήδη ξεκινήσει

“Τώρα δεν μπορείς να πεις όχι”, “Μα δε γίνεται να με αφήσεις έτσι”, “Φλέρταρε μαζί του ή και/πήγε σπίτι του, ήξερε πολύ καλά τι θα επακολουθήσει”.

Η αλήθεια είναι πως το σεξ συνιστά μια διαδικασία. Αποτελείται από μια αλληλουχία γεγονότων που λαμβάνουν χώρα μεταξύ 2 ατόμων (ή και παραπάνω ατόμων, εδώ δεν κρίνουμε!): κάπως ξεκινάει, διάφορα πράγματα συμβαίνουν ενδιάμεσα και κάπως καταλήγει. Αυτές οι αλληλουχίες γεγονότων (τεχνικά ονομάζονται “συντελεστικές αλυσίδες”) αποτελούνται από κρίκους συμπεριφοράς, οι οποίοι εκδηλώνονται από τα άτομα και τα οδηγούν προς ένα επιθυμητό γεγονός. Ακαλουθεί ένα παράδειγμα:

Το σεξ (και για να λέμε την αλήθεια, το καλό σεξ) είναι μια συνθήκη όπου πολλά, διαφορετικά, απρόβλεπτα πράγματα μπορούν να συμβαίνουν ταυτόχρονα. Αποτελεί πεδίο εκδήλωσης των ορέξεών μας, της φαντασίας μας, του τι αντιλαμβανόμαστε εμείς ως ερεθιστικό και των απαιτήσεών μας από τον άλλον ως παρτενέρ.

Συνακόλουθα, σε μία τέτοια διαδικασία, όπου τόσα εναλλακτικά, μεταβλητά γεγονότα εμφανίζονται, είναι πολύ λογικό κάτι από αυτά που θα εκδηλώσει ο άλλος να μη μας αρέσει, να μη μας ταιριάζει, να μας απωθεί ή να μας κάνει να θέλουμε να τερματίσουμε την σεξουαλική αλληλεπίδραση.

Η αρχική συναίνεση για να ξεκινήσει η σεξουαλική πράξη δε μας στερεί το δικαίωμα να αποσύρουμε τη συγκατάθεσή μας στην πορεία, ούτε μας υποχρεώνει να συνεχίσουμε παρά τη θέλησή μας!

3. Το “όχι” ως τιμωρία

Σε όλα τα πεδία της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, ενυπάρχει η πιθανότητα της άρνησης: ο περίγυρος μας δεν υιοθετεί πάντα τις προτάσεις μας, οι δικοί μας δε συμφωνούν κάθε φορά μαζί μας, το περιβάλλον δεν εναρμονίζεται απαρέγκλιτα με τα όσα χρειαζόμαστε. Παρόλο λοιπόν που φαινομενικά, θα έπρεπε να είμαστε συμφιλιωμένοι με το “όχι”, πώς γίνεται, συγκεκριμένα στην περίπτωση της σεξουαλικής απόρριψης, το ανδρικό ρεπερτόριο να εμφανίζεται τόσο εύθραυστο και τόσο ευερέθιστο, όπου μία απλή ματαίωση καθίσταται ικανή να οδηγήσει σε επιθετική επιβολή;

Πιθανότατα, επειδή η ματαίωση πυροδοτεί το ιστορικό τιμωρίας της παραβίασης του αντρικού ρόλου.

Μάλλον το πρόβλημα δεν έγκειται στο ότι οι γυναίκες τιμωρούν λέγοντας «όχι», αλλά στο ότι η άρνηση (ενώ λογίζεται απολύτως φυσιολογική και αναπόδραστη σε άλλα πλαίσια), εδώ, φορτίζεται με τη ρητορική των παράλογων απαιτήσεων και συσχετίζεται με macho στερεότυπα αναφορικά με τον “σωστό άντρα”. Μάλιστα, έρευνες έχουν καταδείξει πως υψηλά επίπεδα στρες από την αποτυχία ανταπόκρισης σε παραδοσιακά “αρσενικές” συμπεριφορές, αύξαναν την τάση των αδρών για σεξουαλική παρενόχληση (Μέλλον, 2013).

4. Εσωτερικές αποδόσεις και “χαρακτηριστικά προσωπικότητας”

Κάθε φορά που έρχεται στο φως μια περίπτωση σεξιστικής βίας, οι αιτίες πάντα αναζητώνται σε προσωπικά χαρακτηριστικά του θύτη, σε στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας του που τον οδηγούν (λες και είναι μαριονέτα) να φέρεται με ένα δεδομένο τρόπο.

τα ζητήματα με τη σεξουαλική συμπεριφορά των ανδρών δεν ανακύπτουν από την ιδιοσυγκρασία τους, αλλά από τις κοινωνικές συνθήκες

Το πρόβλημα με αυτού του είδους τις ερμηνείες έγκειται στο ότι καθόλου δε μας περιγράφουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες κατέληξε ένας άνθρωπος να φέρεται επιθετικά (και άρα τι θα πρέπει να μας προβληματίζει για άλλους ανθρώπους που τυχόν διαβιώνουν σε αντίστοιχες συνθήκες), ούτε προσφέρουν καμία ικανοποιητική εξήγηση σχετικά με το γιατί ένα άτομο βίαιο, που κακοποιούσε κάθε σύντροφο που πέρασε ποτέ από τη ζωή του, δε στράφηκε ποτέ επιθετικά σε φίλους ή συναδέλφους ή εργοδότες. Πού χανόταν ή κρυβόταν η «βίαιά του φύση» τότε;

Για τους αναλυτές συμπεριφοράς, το να επικαλούμαστε στοιχεία της προσωπικότητας ως ταμπέλες είναι απρόσφορο: οι επιθετικές δράσεις ενός ατόμου δεν προέρχονται “από τη βιαιότητά του”. Η βία δεν ήταν κάτι που προϋπήρχε μέσα του και τώρα καθοδηγεί τη συμπεριφορά του. Αντίθετα, στη δική του ζωή, η βιαιότητα ήταν για τον ίδιο πιθανώς ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να λαμβάνει ενίσχυση και να γλιτώνει από απειλές, επομένως αυτή η τάση καθιερώθηκε στο ρεπερτόριο δράσεων του.

Δεν είναι όλοι οι άντρες “γουρούνια”

Εάν επιθυμούμε να εξετάσουμε το φαινόμενο πραγματιστικά και άρα, να καταλήξουμε σε εφαρμόσιμες λύσεις για ένα καλύτερο αύριο, δεν ωφελεί να επικεντρωνόμαστε στα ψυχολογικά προφίλ των δραστών. Αντίθετα, η ίδια η γυναίκα αποτελεί το πλαίσιο όπου αυτή η πληθώρα επιθετικών συμπεριφορών, ακόμα και εν έτει 2020 εκδηλώνονται και ενισχύονται. Ενισχύονται από τη διαφορά στη σωματική διάπλαση, από τη διαφορά στην κοινωνική επιρροή, από την τάση των θυμάτων να σωπαίνουν, από τη δυσπιστία της κοινωνικής ομήγυρης απέναντι στην καταγγέλλουσα, από το ξεσκόνισμα της ζωής της και την καταστροφική θεώρηση του προκαλούντος θύματος κ.ο.κ.

Επομένως όχι, δεν είναι όλοι οι άντρες “γουρούνια”.

Για την ακρίβεια, δεν είναι κανένας άντρας “γουρούνι”, καθότι δεν υπάρχει ειλικρινά τίποτα στην ανδρική φύση που να αιτιολογεί τάσεις προς σεξουαλική παραβατικότητα. Τα ζητήματα με τη σεξουαλική συμπεριφορά των ανδρών δεν είναι ζητήματα που ανακύπτουν από την ιδιοσυγκρασία τους: είναι ζητήματα που ανακύπτουν από τις κοινωνικές συνθήκες που διαμόρφωσαν, συντήρησαν και θεμελίωσαν την ιδέα των ανδρών ως σεξουαλικών αρπακτικών, αδύναμων να δράσουν ενάντια στη σεξουαλική τους αναστάτωση.

Η σεξουαλική συμπεριφορά των ανδρών διαμορφώνεται σε ένα σύστημα που επιτρέπει, ή ακόμα και προτρέπει, την υποβάθμιση της γυναικείας αυτοδιάθεσης και ώσπου να αλλάξουμε επαρκώς τη συγκεκριμένη συνθήκη, θα ερχόμαστε συνεχόμενα αντιμέτωποι με βία, επιθετικότητα και κακοποιήσεις.

 

Πηγές

Mellon, R. C. (2013). On the motivation of quid pro quo sexual harassment in men: Relation to masculine gender role stress. Journal of Applied Social Psychology, 43(11), 2287–2296.

Διαβάστε Ακόμη:

Σχολιάστε