Menu Close

Ο συμπεριφορισμός του Skinner

Ο θεμελιώδης συμπεριφορισμός είναι η φιλοσοφία της επιστήμης της ανάλυσης συμπεριφοράς. Πρόκειται δηλαδή για τις θεμελιώδεις υποθέσεις της επιστήμης αυτής, κυρίως για το πως ένας συμπεριφοριστής βλέπει το αντικείμενο μελέτης του και τον τρόπο του να διεξάγει επιστημονική έρευνα. Πρόκειται για μια φιλοσοφία θεμελιωτής της οποίας υπήρξε ο B.F. Skinner. Για μια πιο εύληπτη και σφαιρική κατανόηση του θεμελιώδη συμπεριφορισμού θα χωρίσουμε τις βασικές υποθέσεις του σε κατηγορίες, συζητώντας την κάθε μία ξεχωριστά.

  1. Το αντικείμενο μελέτης μας είναι η συμπεριφορά

    Με τον όρο συμπεριφορά εννοούμε οτιδήποτε κάνει ένας οργανισμός, είτε πρόκειται για μονοκυτταρικές μορφές ζωής, φυτά, ζώα, και ασφαλώς τον άνθρωπο. Οτιδήποτε κι αν κάνουμε ονομάζεται συμπεριφορά: να κινείσαι, να μιλάς, να περπατάς, να σκέφτεσαι, να φαντάζεσαι, να θυμάσαι, να ονειρεύεσαι, να βλέπεις, να αισθάνεσαι, να πονάς, κλπ. είναι όλα συμπεριφορές. Το γεγονός πως κάθε δραστηριότητα ενός οργανισμού ονομάζεται συμπεριφορά, προκαλεί πολλές φορές την παρανόηση πως ο θεμελιώδης συμπεριφορισμός ενδιαφέρεται μόνο για τις δημόσια παρατηρήσιμες λειτουργίες ενός οργανισμού. Αυτό δεν είναι αλήθεια.

  2. Οι συμπεριφορές είναι δημόσια και ιδιωτικά παρατηρήσιμες

    Παρόλο που έχουμε συνηθίσει στην καθημερινότητά μας να ονομάζουμε συμπεριφορά τις δημόσια παρατηρούμενες λειτουργίες ενός οργανισμού (πχ. κινήσεις, περπάτημα, κλπ.), για το συμπεριφοριστή οι σκέψεις, τα συναισθήματα, η φαντασία, κλπ. είναι επίσης συμπεριφορές. Αυτό που αλλάζει είναι πως τέτοιου είδους συμπεριφορές μπορεί να τις παρατηρήσει άμεσα μόνο το ίδιο το άτομο που συμπεριφέρεται. Ωστόσο, αυτό δεν είναι λόγος να θεωρήσουμε πως οι ιδιωτικά παρατηρούμενες συμπεριφορές «αποτελούνται από μια διαφορετική ουσία» ή έχουν διαφορετικό status σε σχέση με τις δημόσια παρατηρούμενες. Πρόκειται και στις δύο περιπτώσεις για βιολογικά φαινόμενα, για φυσικές λειτουργίες ενός οργανισμού που έχουν κοινές αιτίες. Σύμφωνα με το Skinner (1974): «ένα μικρό κομμάτι του σύμπαντος εμπεριέχεται εντός του δέρματός μας. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να του αποδώσουμε κάποια ιδιαίτερη ‘φύση’ επειδή βρίσκεται εντός αυτού του ορίου» (σελ. 43).

  3. Ο αιτιώδης μηχανισμός που καθορίζει τη συμπεριφορά είναι η επιλογή

    Η ανάλυση συμπεριφοράς είναι μια φυσική επιστήμη που αποτελεί κομμάτι της βιολογίας. Η κατανόησή μας για τη συμπεριφορά ξεκινά αναπόφευκτα από τη φυσική επιλογή, καθώς τα όντα που συμπεριφέρονται είναι οργανισμοί που εξελίχθηκαν μέσω αυτής της διεργασίας. Η φυσική επιλογή επέλεξε όχι μόνο ανατομικά χαρακτηριστικά για τα διάφορα είδη, αλλά και πρότυπα συμπεριφοράς (fixed action patterns/species specific behavior), καθώς και διεργασίες απόκτησης νέων συμπεριφορών μέσω της εμπειρίας (κλασική και συντελεστική μάθηση). Η δράση της φυσικής επιλογής συμπληρώνεται από τη δράση της ενίσχυσης, ή επιλογής από τις περιβαλλοντικές συνέπειες. Συγκεκριμένα, οι διάφορες δράσεις μας έχουν αναπόφευκτα κάποιες συνέπειες στο γύρω κόσμο, και ορισμένες από τις συνέπειες αυτές τείνουν να επιλέγουν (δηλαδή να ενδυναμώνουν) τις δράσεις που τις επέφεραν. Αυτό ισχύει τόσο για τις δημόσια όσο και για τις ιδιωτικά παρατηρούμενες συμπεριφορές. Με άλλα λόγια, όχι μόνο το περπάτημα και οι κινήσεις, αλλά και οι λεγόμενες «γνωστικές λειτουργίες» υπόκεινται σε επιλογή από τις συνέπειές τους. Για παράδειγμα, ένα άτομο, βλέποντας μια όμορφη κοπέλα σε ένα μπαρ ίσως σκεφτεί «αν την πλησιάσω θα με απορρίψει, αφού δεν αξίζω τίποτα». Αυτή η σκέψη (δηλ. ιδιωτικά παρατηρούμενη συμπεριφορά), που πολλοί θα απέδιδαν σε κάποιο «γνωστικό σχήμα αναξιότητας», είναι στην πραγματικότητα μια συμπεριφορά επιλεγμένη από τις συνέπειές της: λέγοντας κάτι τέτοιο στον εαυτό του, το άτομο αποθαρρύνεται να προσεγγίσει την κοπέλα, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό μια πιθανή απόρριψη, επικριτικά βλέμματα, σχολιασμό, κλπ. Λόγω της απόρριψης που βίωσε στο παρελθόν το άτομο αυτό, τείνει να λέει τέτοια πράγματα στον εαυτό του και να παραμένει στη θέση του, έχοντας ως συνέπεια την ασφάλεια από μια νέα αποτυχία.

  4. Εναντίωση σε ψευδο-αιτίες και στον αυτοκαθορισμό της συμπεριφοράς

    Όπως αναφέραμε παραπάνω, ο αιτιώδης μηχανισμός της συμπεριφοράς είναι η επιλογή –είτε πρόκειται για φυσική επιλογή είτε πρόκειται για ενίσχυση. Αναζητάμε, δηλαδή, τους λόγους που δρούμε με ένα συγκεκριμένο τρόπο στη γενετική κληρονομιά του είδους μας και στους περιβαλλοντικούς παράγοντες με τους οποίους αλληλεπιδρούμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Δεν υπάρχει τίποτα πέρα απ’ αυτό. Άλλες προσεγγίσεις και φιλοσοφίες αναζητούν τις αιτίες της συμπεριφοράς σε διάφορες επινοημένες οντότητες όπως το ασυνείδητο, η προσωπικότητα, ο χαρακτήρας, ο νους, τα γνωστικά σχήματα, κλπ. Άλλοι τείνουν να αποδίδουν ορισμένες συμπεριφορές σε κάποιες άλλες συμπεριφορές: λέγεται πως η σκέψη είναι η αιτία της συμπεριφοράς, ή πως το συναίσθημα καθορίζει τη σκέψη, ή πως η συμπεριφορά διαμορφώνει το συναίσθημα, και ούτω καθεξής. Ωστόσο, οποιαδήποτε λειτουργία ενός οργανισμού είναι συμπεριφορά, και ως εκ τούτου δε μπορούμε να δεχτούμε πως η συμπεριφορά αυτοκαθορίζεται. Κανένα φυσικό φαινόμενο δεν αυτοκαθορίζεται, αλλά οφείλει την ύπαρξή του σε κάποιες άλλες αιτίες που δεν ταυτίζονται μ’ αυτό. Θα ήταν μεγάλο λάθος, για παράδειγμα, να πούμε πως ένα σώμα κινείται λόγω μιας εγγενούς ιδιότητας: ένα σώμα κινείται γιατί του ασκήθηκε μια δύναμη. Ομοίως, δε λέμε πως κάποιο χαρακτηριστικό ενός είδους διαμορφώθηκε λόγω κάποιου άλλου χαρακτηριστικού: και τα δύο διαμορφώθηκαν από τη φυσική επιλογή. Στη μελέτη της συμπεριφοράς, είναι λάθος να λέμε πως οι πεποιθήσεις καθορίζουν τις δράσεις μας ή πως μία εγγενής ιδιότητα (πχ. βούληση) μάς ώθησε να πράξουμε με ένα δεδομένο τρόπο. Η συνδυασμένη δράση φυσικής επιλογής και επιλογής από την ενίσχυση είναι οι πραγματικές αιτίες της συμπεριφοράς.

  5. Εναντίωση στην ουσιοκρατία (ή ουσιαστικοποίηση) [essentialism]

    Η ουσιοκρατία είναι δυστυχώς ένας πολύ συνηθισμένος τρόπος σκέψης τόσο στην καθημερινότητά μας όσο και σε ορισμένους επιστημονικούς κλάδους. Εκτός από την ανάλυση συμπεριφοράς, υπάρχουν αρκετές ακόμη επιστήμες που εναντιώνονται στην ουσιοκρατία (πχ. βιολογία, κοινωνική ψυχολογία, κ.ά.). Ουσιοκρατία ονομάζεται η εφεύρεση μιας υποτιθέμενης υπερκείμενης ουσίας ή κατηγορίας που θεωρείται πως καθορίζει τα επιμέρους φαινόμενα. Ο σπουδαίος εξελικτικός βιολόγος Ernst Mayr ήταν από τους μεγαλύτερους πολέμιους της ουσιοκρατία στη βιολογία. Ο ίδιος στηλίτευσε έντονα τις υποθέσεις ορισμένων βιολόγων που υποστήριζαν πως τα ανατομικά χαρακτηριστικά των διάφορων ατόμων οφείλονται στο είδος που ανήκουν: ότι για παράδειγμα πολλά ζώα έχουν μεγάλα αυτιά και χνουδωτή ουρά επειδή ανήκουν στο είδος των λαγών. Ο Mayr αντέτεινε πως τα ζώα αυτά απέκτησαν τα εν λόγω χαρακτηριστικά μέσω της φυσικής επιλογής, ενώ η έννοια «είδος» είναι μία περιγραφική ταμπέλα (δηλαδή απλώς μία γενική ονομασία πολλών ατόμων με παρόμοια χαρακτηριστικά) και όχι μια δήθεν αιτιώδης ουσία. Τα «είδη» δεν υπάρχουν εκεί έξω, αλλά στις λεκτικές μας περιγραφές για ζωικούς πληθυσμούς με κοινά χαρακτηριστικά. Πολλοί ψυχολόγοι υποστηρίζουν πως οι επιμέρους συμπεριφορές ενός ατόμου οφείλονται, για παράδειγμα, στην προσωπικότητά του: πρόκειται για ένα είδος ουσιοκρατία. Οι εν λόγω συμπεριφορές δεν οφείλονται σε κάποια υπερκείμενη ουσία, την προσωπικότητα, αλλά είναι αποτέλεσμα της επιλογής (φυσικής και από την ενίσχυση). Η έννοια της «προσωπικότητας» είναι ίσως χρήσιμη ως μια περιγραφική ταμπέλα (δηλαδή μια περιληπτική ονομασία για πολλές συμπεριφορές), όπως ακριβώς και η έννοια «είδος» στη βιολογία. Το είδος και η προσωπικότητα δεν είναι «πράγματα» που υπάρχουν εκεί έξω, αλλά δικές μας επινοημένες ονομασίες που περιγράφουν πολλά φαινόμενα με μία λέξη. Έτσι, δε μπορεί να αποτελούν τις αιτίες των επιμέρους φαινομένων που απλώς φτιάχτηκαν για να ονομάζουν! Ίσως ο αναγνώστης να παρατήρησε κάποια ομοιότητα μεταξύ της ουσιοκρατία και των ψευδο-αιτιών ή του αυτοκαθορσιμού της συμπεριφοράς. Πράγματι, πρόκειται για πολύ συγγενικές έννοιες, και μάλιστα μπορεί να θεωρηθεί πως οι δύο τελευταίες αποτελούν υποκατηγορίες της ουσιοκρατίας.

  6. Ο συμπεριφορισμός συγγενεύει με τον πραγματισμό, κυρίως στη σημασία που δίνεται στις συνέπειες (ή λειτουργία) των συμπεριφορών

    Ο πιο δημοφιλής κλάδος στην ψυχολογία (η γνωστική προσέγγιση) δίνει μεγάλη βάση στη μορφή μιας συμπεριφοράς. Έτσι, βρίσκει θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ σκέψης και δημόσια παρατηρούμενης δράσης, επειδή οι δύο αυτές λειτουργίες διαφέρουν ως προς τη μορφή τους (δηλ. τα φυσικά τους χαρακτηριστικά). Ο συμπεριφορισμός, όμως, αναλύει τις διάφορες συμπεριφορές όχι τόσο με βάση το πως μοιάζουν, αλλά με βάση τη λειτουργία τους. Με άλλα λόγια, ο συμπεριφοριστής ενδιαφέρεται για τις συνέπειες που έχει μια συμπεριφορά είτε πρόκειται για δημόσια είτε για ιδιωτικά παρατηρούμενη. Για το συμπεριφοριστή, τόσο ένα ταξίδι στο Παρίσι όσο και η ονειροπόληση του ταξιδιού αυτού έχουν κάποιες κοινές συνέπειες: τη φυγή από τη βαρετή ρουτίνα της καθημερινότητας, την αλληλεπίδραση με ευχάριστα γεγονότα, κλπ. Και είναι αυτές ακριβώς οι συνέπειες που επιλέγουν (ή ενδυναμώνουν) και τις δύο συμπεριφορές. Επίσης, το να πεις σε ένα φίλο σου πως κάποιο άτομο σε ελκύει σεξουαλικά ή να πεις το ίδιο πράγμα στον εαυτό σου (δηλ. να το σκεφτείς) έχουν συχνά παρόμοιες συνέπειες, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι μπορούν να σε καθοδηγήσουν στο φλερτ με το άτομο αυτό. Για το συμπεριφοριστή, οι συνέπειες που έχει μια συμπεριφορά είναι πολύ σημαντικότερος παράγοντας από το πως μοιάζει αυτή η συμπεριφορά.

  7. Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες που επιδρούν στη συμπεριφορά προσδιορίζονται επίσης με βάση τη λειτουργία τους σε σχέση με τη συμπεριφορά

    Είδαμε παραπάνω, πως ένα μεγάλο κομμάτι των συμπεριφορών μας επιλέγεται (δηλ. ενδυναμώνεται) από τις συνέπειές του. Ας υποθέσουμε πως κάθε φορά που το παιδί μας κάνει τα μαθήματά του εμείς το αφήνουμε για μία ώρα να παίξει με αυτοκινητάκια. Πρόκειται για ενίσχυση; Με άλλα λόγια, τα αυτοκινητάκια ως συνέπεια θα ενδυναμώσουν τη συμπεριφορά που τα επέφερε (δηλ. το διάβασμα); Η ειλικρινής απάντηση στην ερώτηση αυτή είναι πως απλά δεν το γνωρίζουμε. Ίσως ναι, ίσως και όχι. Θα πρέπει να δούμε στην πράξη αν η πρόσβαση στα αυτοκινητάκια ενίσχυσε το διάβασμα στο συγκεκριμένο παιδί. Αν η τάση του παιδιού να διαβάζει ενδυναμώθηκε ως συνέπεια της πρόσβασης στα αυτοκινητάκια, τότε πρόκειται για ενίσχυση. Αν δεν ενδυναμώθηκε δεν πρόκειται για ενίσχυση. Συμπέρασμα: δε μπορούμε να ξέρουμε αν μια συγκεκριμένη συνέπεια θα επιλέξει (ή ενισχύσει) μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, μέχρι να δούμε κάτι τέτοιο να συμβαίνει στην πράξη. Στην ανάλυση συμπεριφοράς, οι καθοριστικοί παράγοντες που επιλέγουν μια δράση δεν ορίζονται a priori (δηλ. εκ των προτέρων), αλλά με βάση τη λειτουργία τους. Αυτή η «ιστορικότητα» δείχνει επίσης τη συγγένεια της ανάλυσης συμπεριφοράς με την εξελικτική βιολογία. Οι βιολόγοι δεν είναι σε θέση εκ των προτέρων να πουν αν μια δεδομένη μεταβολή στο περιβάλλον ενός πληθυσμού (πχ ένας νέος θηρευτής) θα επιλέξει ένα νέο χαρακτηριστικό. Το αντίστροφο: παρατηρώντας ένα νέο χαρακτηριστικό, επιχειρούν να προσδιορίσουν ποιος ήταν ο καθοριστικός παράγοντας που το επέλεξε.

 

Παραπάνω είδαμε τις βασικές αρχές της φιλοσοφίας του θεμελιώδη συμπεριφορισμού. Συνοψίζοντας, αντικείμενο μελέτης είναι η δημόσια και ιδιωτικά παρατηρούμενη συμπεριφορά, που θεωρείται οποιαδήποτε λειτουργία ενός οργανισμού. Αποφεύγουμε την αναφορά σε ψευδο-αιτίες της συμπεριφοράς όπως το ασυνείδητο, τα γνωστικά σχήματα, η προσωπικότητα, κλπ. αφού μια τέτοιου είδους πρακτική συνιστά ουσιοκρατία. Αντίθετα, ο αιτιώδης μηχανισμός που δρα στη συμπεριφορά είναι η επιλογή. Η φυσική επιλογή μάς εφοδίασε με ανατομικά χαρακτηριστικά αλλά και πρότυπα συμπεριφορών χρήσιμα για την επιβίωσή μας (πχ. το χτίσιμο φωλιάς από τα πουλιά, το κλάμα του νεογέννητου μωρού, το fight or flight instinct, κλπ.). Τη φυσική επιλογή συμπληρώνει η επιλογή από την ενίσχυση, που θεμελιώνει νέες συμπεριφορές κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να μελετάμε τις διάφορες συμπεριφορές όχι τόσο ως προς τη μορφή τους, αλλά με βάση τη λειτουργία τους (δηλ. τις συνέπειες που έχουν). Τέλος, οι εκάστοτε παράγοντες επιλογής (πχ ενισχυτές) δεν ορίζονται a priori αλλά με βάση τη λειτουργία τους σε σχέση με τη συμπεριφορά (πχ αν την ενδυναμώνουν).

 

ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Moore, J. (2011). Behaviorism. The Psychological Record, 61, 449–464. (link εδώ: http://opensiuc.lib.siu.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1373&context=tpr)

Moxley, R. A. (2004). Pragmatic selectionism: The philosophy of behavior analysis. The Behavior Analyst Today, 5(1), 108-125. (link εδώ: https://psycnet.apa.org/fulltext/2014-44745-007.pdf)

Palmer, D. C. (2009). The role of private events in the interpretation of complex behavior. Behavior and Philosophy, 37, 3-19. (link εδώ: https://behavior.org/resources/361.pdf)

Skinner, B. F. (2013). Περί Συμπεριφορισμού. Αθήνα: εκδόσεις Πεδίο. (πρωτότυπη έκδοση, 1974) (link εδώ: https://www.politeianet.gr/books/9789605461089-skinner-burrhus-frederic-bf-skinner-pedio-peri-sumperiforismou-223616)

Διαβάστε Ακόμη:

Σχολιάστε